Ζωή

Είναι από τα άτομα που πάντα λέγανε ότι θέλουν να κάνουν τόσα πολλά στη ζωή τους. Ενθουσιασμός στο μάξιμουμ, ιδέες πολλές, κουραστικό να τα βάζει σε μια σειρά, δεν προλάβαινε, οι σειρές όλο χαλούσαν, οι προτεραιότητες όλο άλλαζαν, τελικά τα άφηνε όλα χύμα. Πολλά στη μέση. Πολλά για τα σκουπίδια, πολλά χαμένα μέσα στα κουτάκια και τα μικροσυρταράκια μέσα στα συρτάρια του εσωτερικού της δωματίου. Από μικρή ως τώρα.

Η μάνα της να την κατσαδιάζει.

“Κατάληξε επιτέλους κάπου, γίνε αποφασιστική!”

Δεν ξέρει αν ήταν η απόγνωσή της ή το ότι δεν είχε βρει πραγματικά κάτι να την κρατάει, χρονικά, σε ένα ενδιαφέρον. Κάθε ενθουσιασμός έσβηνε μέσα σε λίγες μέρες. Νομίζει καλά έκανε και δεν ήταν παρορμητική. Όπως επίσης, καλά κάνει πια που δεν μοιράζεται όλες τις σκέψεις της με όλους. Γιατί μόνο η δική της γνώμη μετράει.

“Περίμενε έναν μήνα πριν κάνεις την αγορά. Αν σε έναν μήνα δεις ότι το θες ακόμα, παρ’ το”, της έλεγε ως πρόσφατα ένας αγαπημένος. Αυτό πλέον το εφαρμόζει συνειδητά. Τόσα χρόνια όμως, ακολουθούσε τη συμβουλή του, χωρίς να το ξέρει, πριν καν τον γνωρίσει.

“Πρέπει να κάνεις κάτι με τη ζωή σου. Βρες να κάνεις κάτι ή κάνε παιδί”, η αγωνιώδης φωνή της μάνας της, που αυτό που έβλεπε απ’ έξω, ήταν μια αναποφασιστικότητα, μια αναβλητικότητα, μια απραξία, όσα εκείνη δεν ήταν στην ηλικία της κόρης της, σε εκείνες τις άλλες εποχές, όσα εκείνη δεν ήταν, επειδή δεν ήταν η κόρη της. Να είναι παιδί της και να είναι τόσο διαφορετική, σχεδόν απαράδεκτο!

Και τελικά έκανε παιδί. Δεν είπε ποτέ η ίδια ότι το ήθελε, ναι. Δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία στον εαυτό της να καθίσει καιρό με αυτή τη σκέψη, να πει ότι ναι, έτσι μπορεί να μοιάζει η σιγουριά. Δεν μπορούσε να ακούσει τη δική της φωνή, γιατί την αμφισβητούσε. Δεν είχε ούτε κάποια συμβουλή τότε από κάποιον προσγειωμένο και ψύχραιμο φίλο, που του άρεσε πάντα να τρώει τη ζωή με το κουτάλι – γιατί όχι; – και είχε τόσες ιστορίες να της πει και τόσα μαθήματα που είχε σημειώσει μέσα του, ούτε ήξερε, ούτε είχε σκεφτεί σε βάθος τι μπορεί να σήμαινε, πώς μπορεί να έμοιαζε να γίνεται κάποια μάνα, γονιός. Απλά, ήταν εντάξει με αυτό. Αφού ήρθε. Αφού επίσης, το ασυνείδητο της κάτι ήξερε, που την πήγε προς τα εκεί. Δεν ήταν μόνο η φωνή της μάνας της.

Πρώτες μέρες, πρώτοι μήνες που ήταν μαμά και ένιωθε μια αγάπη τόσο διαφορετική, σχεδόν ακατανόητη, άπιαστη, η καρδιά της ενστικτωδώς είχε γίνει πιο μεγάλη και δυνατή – πώς, μα πώς γίνεται; Ένιωθε ότι παράλληλα, άφηνε πίσω της όλες τις άλλες πιθανότητες, δυνατότητες, ευκαιρίες, όλους τους άλλους εαυτούς, τίτλους, πρόσωπα που κάποτε εφάρμοζε με τη φαντασία της επάνω της, και όλα εκείνα που δεν θα γνώριζε ποτέ, με τα οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να παίξει. Όλα εκείνα που φώναζαν μέσα της ό,τι θα μπορούσε να γίνει, να κάνει, αν το ένιωθε ποτέ, αν ένιωθε το κάλεσμα. Κάτι να την “τραβάει”, ανήσυχα γρανάζια στο στομάχι της να δουλεύουν, να την κάνουν να πονάει στην αντίσταση, να επιμένουν να την κάνουν να κινηθεί. Γιατί, δεν θα έκανε ποτέ κάτι, μόνο και μόνο για να το κάνει, όπως άλλοι της λέγανε, yolo φάση, ξερειαυτή. Ήταν σε όλα της επιλεκτική, αναλυτική, με τη φαντασία να τη βοηθάει να δει, να νιώσει αν κάτι μπορεί να της ταιριάζει. Κάπως σαν όταν θέλει να αγοράσει ένα σουτιέν από το ίντερνετ και με ένα κλικ αντικαθιστά το μοντέλο με την ίδια. Αυτό, αλλά στη θέση του σουτιέν να βάζει κάτι πιο δραστικό και καθοριστικό, και στη θέση της εικόνας της, να βάζει κάτι πολύ πιο πολύτιμο. Να βάζει όλη της τη ζωή. Την ψυχολογία, το πνεύμα, τα συναισθήματα, το τώρα, το μέλλον της.

“Κάνε κάτι μαζί του, ρε, σε θέλει”, ντε και καλά η φίλη της εκείνη, πολύ πιο παλιά. Νόμιζε μπορούσε να γίνει προξενήτρα, την εξίταρε να δημιουργεί καταστάσεις. Το συναίσθημά της αμέσως μετά το σοκ, ήταν αηδία. Δεν ήταν τέτοιος τύπος, να κάνει κάτι επειδή θέλουν οι άλλοι, δεν ήταν καμιά απεγνωσμένη, μια αποτυχημένη. Αλλά μάθαινε έτσι να ξεχωρίζει ποιους ήθελε δίπλα της.

Είναι άνθρωπος του κόσμου, άνθρωπος που μάθαινε και μαθαίνει τον εαυτό της μέσα από τους άλλους, μέσα από φίλες και ερωτικές και εργασιακές σχέσεις, μέσα από συναντήσεις στιγμιαίες και τυχαίες, που ποτέ δεν θα μπορούσαν να είναι τυχαίες.

Τώρα πια, δεν έχει τον χρόνο που είχε πριν. Το βρίσκει περίεργο, μα νιώθει πως όλα τής μιλάνε πιο δυνατά και πιο συχνά, όλα δονούνται πιο ανήσυχα και με περισσότερη σιγουριά. Τα ίδια, συγκεκριμένα Όλα. Όλα εκείνα, που πλέκονται μεταξύ τους και μοιάζουν με έναν χρωματιστό πίνακα, καθόλου αφηρημένης τέχνης. Βλέπει να βγαίνει το νόημα από εκείνο το παζλ. Σιγά-σιγά. Έχει περισσότερη δύναμη, μεγαλύτερη θέληση και διαύγεια, να πάει το χέρι της στα υπόλοιπα κομμάτια του παζλ. Που ακόμα λείπουν, αλλά ξέρει πώς μοιάζουν. Έχει περιέργεια. Να δει παρακάτω. Βλέπει μονοπάτια που θα ήθελε να ακολουθήσει και σίγουρα θα ήταν πιο απλό αν δεν είχε παιδί. Αλλά αν δεν είχε παιδί, αν δεν είχε γίνει μαμά, δεν ξέρει αν θα ένιωθε, αν θα μπορούσε ποτέ να νιώσει τόσο κοντά στο ότι μπορεί να το κάνει.

Βλέπει ότι μπορεί. Ξέρει πια. Και είναι τόσο φυσικό. Είναι η ιστορία της Ζωής. Της ζωής όλων. Έτσι, λίγο διαφορετικές. Αλλά έτσι.

Κάτοχος Integrated Master του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας, με ειδικότητα τη δημιουργία ταινιών μικρού μήκους. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, γλυκάθηκα από το μάθημα του Σεναρίου και ξεκίνησα να γράφω σε ένα blog. Μέσα από τη σχολή, θυμήθηκα κι επιβεβαίωσα ότι γράφοντας συγκινούμαι, διασκεδάζω, πονάω, εκφράζομαι, περνάω καλά, εκτονώνομαι. Η μικρή Ειρήνη το ήξερε πολύ καλά αυτό, αλλά δεν έδωσε ποτέ της σημασία… Τόσο φυσικό και φυσιολογικό τής φαινόταν, που δεν υπήρχε λόγος να το κάνει θέμα.

Σχετικά άρθρα