Το Δώρο

«Αλίκη, από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Ήρθε η ώρα», μου είπε ο Μάνος, βλέποντάς με να αράζω στον καναπέ, σαν να είχα ξεχάσει τελείως ότι μετακομίζαμε. Η μικρή έλειπε στους παππούδες, ήταν ευκαιρία. «Να πιάσουμε τις βιβλιοθήκες».

Να τις πιάσουμε, συμφώνησα, αποδέχτηκα, δεν γινόταν αλλιώς. Φεύγαμε, αυτό ήταν. Πήρα μια ανάσα, σηκώθηκα και ξεκίνησα να κατεβάζω τα βιβλία, να τα βάζω σε κούτες. Πόση σκόνη είχε μαζευτεί! Τα αγαπάμε αυτά τα βιβλία, αλλά τα έχουμε διαβάσει. Δεν υπάρχει όμως περίπτωση, με τι καρδιά να τα δώσουμε αλλού! Μπορεί να δίνω ρούχα και μπιχλιμπίδια, αλλά όχι, όχι βιβλία. Ακόμη και εκείνα που με παίδεψαν πολύ και μόνο από ψυχαναγκασμό τα ολοκλήρωσα, κουρασμένη, απομυζημένη. Ακόμη κι εκείνα που έχω διαβάσει εφτά φορές. Ακόμη κι εκείνα τα άνοστα, του ενός ευρώ, που έρχονταν με την εφημερίδα, που τα κατανάλωσα σαν πασατέμπο και νιώθοντας κι εγώ μετά κάπως έτσι, σαν πεταμένα τσόφλια, μια απορία και κάτι παθητικό, σαν ντροπή. Έχω βάλει σκοπό να αποβάλλω από τη ζωή μου ό,τι μου τρώει ενέργεια και δεν με εξυπηρετεί, αλλά για κάποιον λόγο, βλέποντας όλα τα βιβλία μαζί, αγαπημένα και μη, είναι σαν να βλέπω τον εαυτό μου, σαν να βλέπω τα χρόνια μου, τη ζωή μου. Ακόμα δεν μπορώ να διώξω κανένα.

Μιας που για βιβλία μιλάμε, στα βιβλία είμαστε, θυμήθηκα κάτι που αναιρεί λιγουλάκι κάτι από τα παραπάνω. Για μένα υπήρχε το χειρότερο βιβλίο. Βιβλίο που μου έκαναν δώρο, η μητέρα μου. Ήταν ένα ιστορικό. Νόμιζα ότι ήταν κάποιου είδους κακόγουστο αστείο. «Χελόου, μάνα, δεν με “διαβάζεις” καλά», σκέφτηκα από μέσα μου. Προφανώς με αυτήν την κίνηση, ήθελε να με κάνει να δω το μάθημα της ιστορίας με άλλο μάτι. Γιατί πάντα τη βαριόμουν. Γιατί ποτέ δεν καταλάβαινα τον λόγο του να μάθω παπαγαλία τα γεγονότα και να σκάω για τις λεπτομέρειες. Γιατί, ενώ στα τρίμηνα μπορεί να είχα δεκαεννιά στη βαθμολογία, στις τελικές εξετάσεις, δήλωνα την αδιαφορία και την κούρασή μου με ένα επιεικές δεκαράκι. Νισάφι. Εκείνο ήταν το μόνο βιβλίο που ούτε καν διάβασα το οπισθόφυλλο του. Από αντίδραση και μόνο. Το κράτησα κοντά καμιά δεκαετία στην τότε βιβλιοθήκη μου και της το επέστρεψα.  Η τύχη του αγνοείται. Τώρα, βέβαια, χρόοοοονια μετά, μια μικρή περιέργεια την έχω, για το πραγματικό θέμα του βιβλίου που λεγόταν «Εγώ, ο Πύρρος». Αν ερχόταν ξανά στα χέρια μου, θα ξεφύλλιζα μία στα γρήγορα, αναζητώντας κάποια λέξη, κάποια σκηνή, κάποια μυρωδιά ερωτική, γιατί στα μυθιστορήματα, αυτά με τραβάνε, παρέα με το χιούμορ και τη γλώσσα περιγραφής του συγγραφέα. Αν έπαιρνα χαμπάρι κάτι τέτοιο και δεν ήταν απλά μια στεγνή – για μένα – αδιάφορη καταγραφή, το ημερολόγιο και οι σκέψεις ενός στρατηγού και βασιλιά, θα του έδινα μια ευκαιρία. (Φαίνεται είναι πια αργά, βλέπω είναι εξαντλημένο στον εκδότη.)

Όπως στα χέρια μου περνούσαν ξανά όλα αυτά τα βιβλία και μαζί η υπενθύμιση του πώς τα απέκτησα, από πού ήρθαν ή πώς έφτασα στο σημείο να τα διαλέξω, σκέφτηκα να βγάλω το δαχτυλίδι μου. Ήταν κι αυτό δώρο από τη μητέρα μου. Δώρο από τη μητέρα της. Το είχα χρόνια κλεισμένο στο κουτάκι του, σε ένα μεγαλύτερο κουτί, σε ένα συρτάρι, σε μια ντουλάπα και μόλις μία από τις προηγούμενες μέρες, ένιωσα πως είχε έρθει η ώρα του να το φορέσω. Μου ήταν λίγο χαλαρό, αλλά με τις συνηθισμένες μου εργασίες δεν θα έφευγε. Μόνο με κάτι πιο σκληρό, με λίγη πίεση. Ίσως με τη μεταφορά των βιβλίων, ίσως με τη μετακόμιση γενικά, κάπου να έβρισκε τη λάθος αντίσταση και να έφευγε. Και εγώ, με το μυαλό μου αλλού, με τη φασαρία, τη γενική αναμπουμπούλα, να μην το πρόσεχα. Άσε που με τα δαχτυλίδια και τα βραχιόλια δεν έχω αναπτύξει καλή σχέση. Δεν καταλαβαίνω πότε τα χάνω ή τα ξεχνάω. Οπότε, θεώρησα συνετό να το βγάλω.

Να πάμε όπως με ένα φαστ φόργουορντ λίγο πιο κάτω, νομίζω οι σκόνες που φάγαμε και το πακετάρισμα θα ταίριαζαν καλύτερα σε έναν οδηγό «Πώς να…». Όχι να το παινευτώ, αλλά η οργάνωση είναι ένα από τα ατού μου. Πάντα βρίσκω χώρο εκεί που αρχικά δεν φαίνεται ότι υπάρχει. Και πάντα τακτοποιώ, ακόμα και μέσα στις κούτες, σαν να φτιάχνω κάποιου είδους παζλ. Αυτό απαιτεί περισσότερο χρόνο από το να τα έβαζα απλά μέσα, ομολογώ. Αλλά όπως φτιάχνεται ο καθένας. Πάμε παρακάτω.

Όταν η μικρή επέστρεψε από τους παππούδες, είχαμε πια τελειώσει με τις βιβλιοθήκες, αλλά και το ντουλάπι με τα σερβίτσια. Κάναμε και μια κούτα με όσα πράγματα δεν θέλαμε, απορώντας παράλληλα αν θα υπήρχε κάποιος που να τα ήθελε. Είχαμε ήδη πετάξει μικροσκουπιδάκια, εκείνα που ο προορισμός τους εξαρχής ήταν ο ορισμός τους, ως αναλώσιμα. Έτυχε να πρέπει να κάνουμε μετακόμιση μες στις γιορτές. Αυτό όμως δεν σήμαινε κάτι για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν θα μπορούσαμε να μη στολίζαμε. Για το παιδί, για εμάς, για όλες τις προηγούμενες μέρες του χρόνου, για το «γιατί όχι;». Και δώρα… Πάντα ήταν για εμένα πολύ σημαντικό να δίνω δώρα σε όσους αγαπώ, και όχι απαραίτητα και μόνο στις γιορτές. Να τους παίρνω κάτι που χρειάζονται. Να κάνω τα κουμάντα μου, ώστε να τους διευκολύνω, αλλά και να τους κάνω χαρούμενους παράλληλα. Και πόσο λατρεύω το χαμόγελο της μικρής μου –  Λυδία τη λένε – όταν της δίνουμε κάτι που της αρέσει πολύ (εύκολο), που είναι καινούργιο, κάτι τόσο μικρό, απλό. Τα μάτια της φωτίζονται, εκτοπίζεται το σκοτάδι, σαν να έπεσε βόμβα φωτός ανάμεσά μας, υπάρχει μόνο το χαμόγελό της και νιώθω αυτή τη ζεστασιά να τυλίγει την καρδιά μου, την τόσο εθιστική, ζεσταίνομαι ως και τα δύσκολα άκρα μου. Η χαρά της με κάνει να θέλω να της δίνω συνέχεια, να την κάνω να με αναζητά, να περιμένει, να ξέρει ότι μπορώ να της δώσω έναν υπέροχο κόσμο.

Σε οποιονδήποτε προσφέρω κάτι, ένα δώρο, μια σκέψη μου, την παρέα μου, σκοπός μου πρωταρχικός είναι να νιώσω εγώ τη χαρά μέσα από τη δική τους χαρά ή ανακούφιση. Αν δεν με ένοιαζε η χαρά τους, θα τους έδινα κάτι άκυρο ή κάτι τίποτα. Μιλώντας για τα δώρα, με γεμίζει ενέργεια το πώς πεταρίζει η καρδιά τους και πώς “ανοίγει” το πρόσωπό τους. Οι γιορτές, αυτό συμβολίζουν για μένα. Αυτά είναι τα πραγματικά φώτα και δώρα των γιορτών. Ακόμα όμως, μέχρι εκείνη τη μέρα, δεν είχα καταλήξει σε κανένα δώρο-δώρο, για κανέναν. Είχα αποθηκευμένες κάποιες επιλογές, αλλά είμαι ψείρας και σε αυτό. Τώρα, που είχε έρθει η Λυδία σπίτι, φαγωμένη και ικανοποιημένη, ο Μάνος είχε μπει για μπάνιο πριν φύγει για τη βάρδιά του και εγώ μπορούσα να χαλαρώσω, πήρα το κινητό κι έκατσα στον καναπέ. Ήταν ευκαιρία να… Μα πού ήταν το δαχτυλίδι μου; Το δαχτυλίδι, πού το είχα αφήσει; Αμάν..!

Αιώνες έμοιαζαν να είχαν περάσει, ολόκληρες ζωές μέσα στο κεφάλι μου, από τη στιγμή που το αφαίρεσα από το δάχτυλό μου και το ακούμπησα στο άγνωστο, σε μια ιδέα αιωρούμενη. Αμάν, αμάν, μαμά, γιαγιά… Δεν ήταν πάνω σε κανένα έπιπλο. Αν η μάνα μου μάθαινε ότι το έχασα, θα με κατσάδιαζε, θα στεναχωριόταν πολύ που έχασα ένα κειμήλιο, το οποίο μου εμπιστεύτηκε. Όχι, δεν με ένοιαζε κανένα δαχτυλίδι, μόνο αυτό που συμβολίζει είπαμε, έχει ένα κομμάτι της ψυχής της μέσα, της ψυχής μου. Τι πόνος η απώλεια, τι αγανάκτηση για την απροσεξία μου. Βέβαια, ήταν κάπου μέσα στο σπίτι. Μπορεί να γλίστρησε μέσα στις κούτες (έλεος…) ή να είχε πέσει κάτω. Και αν πετάχτηκε, θεέ μου, έτσι μικρούλι, αν μπλέχτηκε με τα μικροσκουπιδάκια; Ίλιγγος. Αν ίσχυε αυτό, αντίο, το απορριμματοφόρο είχε περάσει προ ολίγου, περνάει όποτε να ‘ναι. Ήθελα να ελπίζω πως ήταν αρκετά πιθανότερη η πρώτη περίπτωση. Κουλ, κουλ-ξεκούλ, θα έψαχνα όλες τις κούτες, θα έπρεπε να τις αδειάσω για να σιγουρευτώ. Θα έψαχνα όλο το σπίτι, αλλά όχι τώρα. Τώρα θα καθόμουν σε ησυχία με τη μικρή. Ήμασταν ώρες χώρια, σίγουρα δεν θα ήθελε να με βλέπει αναστατωμένη και να την αγνοώ. Τουλάχιστον όχι για πολύ. Πονούσε και η μέση μου. Έτσι, για λίγο, σε λίγο, θα έπρεπε επιτέλους να καταλήξω στο δώρο της. Αυτό έπρεπε να κάνω, να μαζέψω και το μυαλό μου από τις τύψεις για το δαχτυλίδι.

Η Λυδία καθόταν στο χαλί, δίπλα στα πόδια μου. Έπαιζε το παιχνίδι «πού μπαίνουν τα σχήματα». Συχνά γυρνούσε και με αναζητούσε, «Μαμά; Μαμά;» και της απαντούσα «Μωρό μου» ή έριχνα μια ματιά στην πρόοδό της, βγάζοντας για λίγο το βλέμμα μου από το βυθό του κινητού και των σκέψεών μου. Έψαχνα το ιδανικότερο δώρο, κάτι να γίνει το αγαπημένο της, αλλά και να της μαθαίνει πράγματα. Το ίδιο σκηνικό ήταν και το προηγούμενο βράδυ, πριν κοιμηθούμε, το μεσημέρι στο κρεβάτι και ενδιάμεσα, σκόρπια μέσα στη μέρα. Εγώ σκαλωμένη στο κινητό ή στις σκέψεις μου, κάτι να αναζητώ, και η μικρή δίπλα μου να παίζει, και εδώ και λίγο πιο μετά και πάλι σύντομα να με ψάχνει, να ψάχνει τη σημασία από μένα. Δεν ήθελε κάτι συγκεκριμένο, μόνο να με ακούσει. Μπορεί να καθόμουν κανένα πεντάλεπτο έτσι τη φορά, αλλά να το ένιωθε πολύ περισσότερο. Θα της έμοιαζα σαν να έλειπα από τον χώρο, ίσως να απορούσε αν ποτέ υπήρξα;! Ήξερα ότι αυτό που της έδινα δεν ήταν αρκετό, αλλά δεν υπήρχε πολύς χρόνος για την έρευνά μου. Πέντε λεπτά τη φορά. Όποτε ήταν δυνατό.

Ώσπου… Αφού με κάλεσε άλλη μία φορά, σήκωσα το κεφάλι μου και είδα πως είχε φύγει από τα πόδια μου. Ήταν στην άλλη άκρη του χαλιού και… Κρατούσε το δαχτυλίδι! Έγινε κάποιο Μπαμ! μέσα μου, απόλυτα διαφωτιστικό. Ένα Μπαμ! όλο λάμψη, έριξε τους τοίχους, με έφερε Σπίτι. Η Λυδία κρατούσε τη μαμά μου, κρατούσε εμένα, κρατούσε τον χρόνο που περνάει και μας μεγαλώνει, μας ενώνει και εγώ τόση ώρα, τόσες στιγμές, τις άφηνα χωρίς να δίνω στη Λυδία αυτό που πραγματικά και μόνο χρειάζεται και χρειάζομαι. Το μεγαλύτερο, το καλύτερο, το πιο αγαπημένο δώρο. Εμένα. Τον χρόνο που έχουμε μαζί. Το πιο ανεξίτηλο, το πιο πολύτιμο δώρο, το πιο ριζωμένο και το πιο ελεύθερο, το πιο ζωντανό και ζωογόνο, το πιο ανεξάρτητο από οτιδήποτε εξωτερικό, ανεξάρτητο ακόμα και από όλες τις διαστάσεις της ύπαρξης μέσα στις οποίες δημιουργείται και αναπτύσσεται. Την αγάπη.

Όχι, η μητέρα μου δεν θα με κατσάδιαζε για το δαχτυλίδι. Σίγουρα θα στεναχωριόταν. Λίγο παραπάνω από όταν της είχα επιστρέψει ανέγγιχτο τον «Πύρρο», που σίγουρα το έχει ξεχάσει αυτό. Αλλά μου έχει δώσει τόσα, τόσα που μας ενώνουν. Όχι μόνο υλικά, μα και πίσω και μέσα σε αυτά. Νιώθω ότι την έχω παντού μαζί μου. Εκεί που κλείνω τα μάτια μου, θα τη σκεφτώ και θα θυμηθώ τη μυρωδιά της ανάσας της, θα ακούσω τη φωνή της. Αχ, ξέρετε, αυτό θέλει η μικρή μου Λυδία. Πιο πολύ από όλα, όλοι μας, αυτό θέλουμε. Να ξέρουμε ότι ο άλλος μάς βλέπει. Μας νοιάζεται. Δεν χρειάζεται κάποια παραπάνω προσπάθεια.

Για να κλείσω, αφού ο χρόνος που είμαι μόνη τελειώνει σε λίγα λεπτά, έκανα μια σκέψη πρόσφατα, έχοντας τις γιορτές των Χριστουγέννων απέναντί μου και την ηχώ των ευχών να μου μοιάζει κάπως ανήσυχη, σαν να θέλει να σηκωθεί, να βάλει τις ευχές να αναζητήσουν κάτι πιο… πιο υπεύθυνο, ενεργητικό και πραγματοποιήσιμο. Η σκέψη μου ήταν αυτή: αν υγεία σημαίνει να είμαστε δυνατοί και δύναμη σημαίνει να είμαστε γεμάτοι ενέργεια, αν ήταν να ευχηθώ για υγεία, θα έπρεπε ίσως σωστότερα να ευχηθώ να ζούμε στο παρόν. Αυτό το θεωρώ την αρχή όλων. Αν δίνουμε την ενέργειά μας μηρυκάζοντας το παρελθόν ή ψειρίζοντας πεισματικά, υπερβολικά τις επιλογές μας, κουραζόμαστε. Χαλιόμαστε, χανόμαστε. Αν τα μάτια μας βλέπουν μόνο αυτό που υπάρχει μπροστά τους, δεν χωράει κάτι άλλο, δεν υπάρχει κάτι να χαθεί. Αξίζει η προσπάθεια.

Υ.Γ.: Έπρεπε να κρατήσω τον «Πύρρο». Έχοντας παντρευτεί πέντε γυναίκες – έτσι έμαθα – η ιστορία του θα είχε ίσως περισσότερο ενδιαφέρον από ένα βιβλίο με τίτλο «Χυλόπιτα και ελιγμοί για να την αποφύγετε».

Όσον αφορά το δώρο του παιδιού μου, κατέληξα σε ένα χριστουγεννιάτικο βιβλίο με φωτάκια και μουσική, το οποίο δεν άντεχα να περιμένω να της το δώσω την ημέρα των Χριστουγέννων. Τώρα έρχεται στην αγκαλιά μου να το διαβάσουμε, που σημαίνει ότι θα το ξεφυλλίζει, θα παίζει με τα φωτάκια κι εγώ θα λέω ό,τι θυμάμαι από την ιστορία και όλο αυτό μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Και τι δώρο είναι αυτό, που χωράει τόσο τέλεια στην αγκαλιά μου, τώρα που το κεφαλάκι της ακόμα μυρίζει τρυφερότητα. Τίποτα άλλο δεν θέλω.

Με αγάπη,
Ειρήνη

Κάτοχος Integrated Master του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας, με ειδικότητα τη δημιουργία ταινιών μικρού μήκους. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, γλυκάθηκα από το μάθημα του Σεναρίου και ξεκίνησα να γράφω σε ένα blog. Μέσα από τη σχολή, θυμήθηκα κι επιβεβαίωσα ότι γράφοντας συγκινούμαι, διασκεδάζω, πονάω, εκφράζομαι, περνάω καλά, εκτονώνομαι. Η μικρή Ειρήνη το ήξερε πολύ καλά αυτό, αλλά δεν έδωσε ποτέ της σημασία… Τόσο φυσικό και φυσιολογικό τής φαινόταν, που δεν υπήρχε λόγος να το κάνει θέμα

Σχετικά άρθρα