Σπίτι

Ξέρω άτομα που θα μπορούσαν να αγόραζαν άρωμα σούπας γίδας βραστής – αν κάποιος είχε το θράσος, παράλληλα με τη λαγνεία που απαιτείται για την παρασκευή κάτι τέτοιου, για να μην πω κάτι άλλο και τους θίξω, που ήδη τους θίγω εδώ, μη θέλοντας να τους θίξω. Ξέρω πως στα άτομα εκείνα, όχι απλά θα άρεσε το “άρωμα” αυτό, αλλά θα έβρισκαν σ’ αυτό τον εαυτό τους, κάτι από τη ζεστασιά και την ασφάλεια της μήτρας. Τέτοια οικειότητα, τέτοια αυτοπεποίθηση, ένα μέρος και έναν χρόνο όπου δεν χρειάζονται τίποτα και κανέναν άλλο. Θα το φορούσαν όλη μέρα, χειμώνα-καλοκαίρι, να μυρίζουν όπως η επιστροφή στο σπίτι. Θα το φορούσαν και θα κυκλοφορούσαν και θα αδιαφορούσαν αν ενοχλούσαν. Ξέρω αυτά τα άτομα, που βαριούνται απίστευτα το μαγείρεμα, αλλά δεν θα είχαν πρόβλημα να στέκονται ακριβώς πάνω από την κατσαρόλα όσο μαγειρεύεται η γίδα, από τη γυναίκα ή τη μάνα ή την κουνιάδα τους. Ακόμα και από την φλύαρη, γριά γειτόνισσά τους. Ίσα-ίσα, τους ενοχλεί που η μαγείρισσα ενοχλείται που μπλέκονται στα πόδια της.

Εγώ, προσωπικά – και άλλος κανείς προσωπικά να μην το πάρει – καμία αυτοπεποίθηση δεν θα είχα αν μύριζα σαν λίπος με σέλινο. Αποκτώ όμως έναν αέρα εξωτικό όταν τα μαλλιά και τα ρούχα μου παίρνουν μυρωδιά από τις διακριτικές πνοές από μελομακάρονα ή κέικ πορτοκαλιού ή γκρανόλα που ανεβαίνουν από τον φούρνο και, ακόμα πιο άφευκτα, από την καυτή ανάσα του που ορμάει πάνω μου, με το άνοιγμα της πόρτας του. Α, τότε, είμαι χαρά θεού. Νιώθω τόσο μοναδική και μεγαλοπρεπής, κινούμαι με επιβλητική και παιχνιδιάρικη χάρη στον χώρο, να ανεμίζω, να σκορπίζω τον αξιοζήλευτο αυτό και προσωρινό αέρα μου, να τον κάνω και αξιομνημόνευτο, με τα λυτά μαλλιά μου και τις λυμένες μου αρθρώσεις. Λυμένες, γιατί συνήθως είμαι μαγκωμένη. Ακόμα και στο ίδιο μου το σπίτι. Σαν κάποιος να με κυνηγάει και εγώ να σφίγγομαι, τσιτωμένη εσωτερικά.

Το θέμα μας δεν είναι η γίδα, ούτε η διαφορά αισθητικής. Ούτε στο ελάχιστο. Τότε, αφού δεν είναι αυτά το θέμα μας, γιατί ξεκινάω έτσι, πολύ σωστά θα με ρωτήσεις. Στο μυαλό μου αλλιώς ξεκίνησα. Από την αρχή ξεκίνησα, από την παρατήρηση που μου έφερε την έμπνευση. Σαν έπαιξα όμως με την ιδέα και έβαλα κάτι άλλο στη θέση της (τη γίδα τη βραστή), μου φάνηκε αστείο. Επέλεξα λοιπόν, αντί να τα πάρω με τη σειρά και αντί να αντισταθώ στο παιχνίδι, να ξεκινήσω με αυτό που μου φαίνεται αστείο, κι ας ξέρω ότι έτσι ίσως χάσω το ενδιαφέρον σου ή σε κάνω να νιώσεις ότι σε κορόιδεψα, ότι σε παραπλάνησα. Πιστεύω όμως πως, αν συνεχίσεις, θα δεις ότι κάθε πρόθεση μου έχει τον ίδιο σκοπό. Τον σκοπό για τον οποίο μου “μίλησε” εκείνη η παρατήρηση. Τον σκοπό που βρίσκεται παντού και μας περιμένει να τον καταλάβουμε. Πώς να μου θυμώσεις λοιπόν, που απλά θέλω να σε διασκεδάσω; Υπόψιν: διασκεδάζω σημαίνει και “διασκορπίζω”. Όπως τα μαλλιά μου σκορπίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα της ζεστής, γλυκιάς δημιουργίας, ώστε μόνο αυτό να έχει σημασία, έστω για λίγο, έστω για ένα στιγμιαίο διάλειμμα. Διασκορπιστείτε ανησυχίες και αμφιβολίες και αντιστάσεις.

Η αφορμή όλων εδώ, λοιπόν, ήταν ένα ρυζόγαλο. Σε κατσαρόλα και αυτό μαγειρεύεται, αραιό και ρευστό είναι, μέχρι ενός σημείου. Είχα ξεκινήσει μέρες πριν να φτιάχνω αυτό το ρυζόγαλο στο μυαλό μου και να το τρώω στη φαντασία μου, καθώς μου είχε λείψει η υφή που έχει και η ελαφριά αίσθηση της βανίλιας. Θα ήταν και ό,τι πρέπει για τις πρώτες κρύες μέρες του χειμώνα. Θα έμοιαζε για λίγο ο υπόλοιπος χειμώνας πιο ευχάριστος, λιγότερο αυστηρός. Το πραγματικό ρυζόγαλο όμως, έκανα να το φτιάξω εκείνη τη μέρα γιατί όντως το επιθυμούσα ακόμα, αλλά με κινητοποίησε κάποιος δυνατός λόγος.

Ήρθε στο σπίτι κάποιος πολύ αγαπημένος, που τον περίμενα, αλλά δεν γνώριζα το πόσο έντονα επιθυμούσα να έρθει. Σαν έφτασε, με έπιασε η όρεξη να φτιάξω κάτι να το απολαύσουμε μαζί στην ώρα του, ζεστό, αγαπημένο, από τις μανάδες μας περασμένο. Ήμουν πολύ χαρούμενη που ήρθε αυτό το πρόσωπο στο σπίτι και θα περνούσαμε κάποιες στιγμές μαζί, χωρίς απαραίτητα να μιλάμε ή να λέμε κάτι συγκεκριμένο, αλλά που θα είχαμε την ευκαιρία να είμαστε ο εαυτός μας μαζί με κάποιον άλλο. Αυτή η απόλαυση θέλει εορτασμό. Θέλει έκθεση σε κάποια δύναμη. Το ρυζόγαλο ήταν η έκθεση σε αυτή τη δύναμη. Έλα όμως που… Έπρεπε να φύγει. Κάτι προέκυψε. Ενώ το ρύζι μόλις είχε μπει να βράσει. Απογοητεύτηκα και ήθελα να το παρατήσω, αλλά το λυπήθηκα. Άλλωστε, τι να κάνουμε. Ιτ ιζ γουότ ιτ ιζ, ε; Είναι αυτό που είναι. Είναι από που είναι, είναι, είναι, είναι, είναι. Αχ, γλυκό μου ρυζογαλάκι. Μόνη θα σε έτρωγα, ό,τι περίσσευε, θα σε έτρωγα κρύο, το επόμενο πρωί. 

Αν δεν χρειαζόταν να φύγει ο επισκέπτης μου, που μου έδωσε τον λόγο που έψαχνα για να κάνω αυτό που μέρες σκεφτόμουν, το ρυζόγαλο δεν θα μου έδειχνε όσα ακολούθως μου έδειξε. Ή μάλλον καλύτερα, θα μου τα έδειχνε, όπως όλα δείχνουν συνεχώς, αλλά θα ήμουν απασχολημένη να παίρνω το μήνυμα από τον φίλο μου. Να εξηγηθώ. Και να τονίσω πως αυτό που είχα ανάγκη, δεν ήταν το ρυζόγαλο, αλλά η επιστροφή στο σπίτι. Η ηρεμία της ψυχής.

Δεν ήξερα ότι το ρυζόγαλο μπορεί να μιλάει. Έχω φτιάξει αρκετές φορές ρυζόγαλο, κρέμες, σάλτσες, σούπες, αλλά ποτέ κανείς τους δεν μου μίλησε. Ποτέ δεν είχα καθίσει να ακούσω. Με τον φίλο μου να έχει φύγει και με εμένα μόνη στο σπίτι, αρνούμενη να καθίσω να μελετήσω, να σιδερώσω, να καθαρίσω το μπάνιο, να παίξω λίγο πιάνο, αρνούμενη την ίδια μου την άρνηση, δέχτηκα να καθίσω πάνω από το ρυζόγαλο και να το φροντίσω. Να γίνω εγώ ο χρόνος, το ρολόι του, το χέρι που το ανακατεύει, μην πιάσει ο πάτος.

Είχα ήδη ρίξει το γάλα και ήταν στα τελευταία του λεπτά πριν το βγάλω από το μάτι. Είχε ήδη πήξει αρκετά. Η θερμοκρασία ήταν χαμηλή και στην επιφάνεια του ρυζόγαλου εμφανίζονταν χοντρές φούσκες. Μου φάνηκαν γοητευτικές και αστείες παράλληλα. Τις άφησα λίγο ελεύθερες να κάνουν τα δικά τους και μου έμοιαζαν με κοιλιές βατράχων που ανέπνεαν ή σαπουνόφουσκες που αποτύγχαναν να ολοκληρωθούν και έχαναν τον αέρα τους, επιστρέφοντας στον πλαστικό δακτύλιο, για να κάνουν μια νέα αρχή. «Έλα», είπα, «αρκετά, μην μου κολλήσει το ρύζι, είμαι εδώ για να το προσέχω, όχι για να παίζω». Οπότε, διέλυσα την εικόνα κάθε φουσκάλας στο δέρμα της κρέμας και άφησα πάλι το κουτάλι στην άκρη.

Ήξερα ότι αμέσως θα ξεσηκώνονταν και άλλες φουσκάλες. Φαίνονταν όχι απλά σαν να ανέπνεαν, αλλά είχαν έναν ρυθμό, που μου έμοιαζε με τραγούδι. Φούσκωναν και ρουφιόνταν πάλι μέσα. Η καθεμιά τους ήταν ξεχωριστή και είχε τον δικό της τρόπο. Άλλες έμοιαζαν να λένε «τακ-τακ», άλλες «ταακ-τακ», άλλες «τάαακα», άλλες «τακ-τακ-τακ-τακ», άλλες ήταν σαν να συνομιλούσαν. Ποτέ δεν έσκαγαν, δεν σκιζόταν εκείνη η μεμβράνη από άμυλο και λακτόζη, που χώριζε την ανάσα τους από τον έξω κόσμο. Είχα τελείως παρασυρθεί. Είχα σκύψει, είχα ακουμπήσει όσο πιο κοντά γινόταν στην κατσαρόλα, ώστε το πρόσωπό μου να βρίσκεται όσο πιο μέσα στο σκηνικό. Αν οι φούσκες είχαν μάτια ή καρδιές, μπορεί να τους έμοιαζα με κάποιον θεό, που απλά κάθεται με τα μεγάλα του μάτια και παρακολουθεί αυτό που είναι. Το είναι, να είναι, είναι. Και ο θεός, θα έβλεπαν, θα ήξεραν ότι παίρνει από τις φούσκες την μυρωδιά της βανίλιας στα μαλλιά του, κάποιου είδους ανακύκλωση, αφού από τα χέρια του δόθηκε η βανίλια σε αυτές. Και θα ήξεραν πως δεν έχει νόημα ο θεός χωρίς το ρυζόγαλο, ούτε το ρυζόγαλο χωρίς τον θεό. Θα το ήξεραν και οι δύο πλευρές αυτό. Που δύο πλευρές δεν υπάρχουν, αφού ένα είναι το δρώμενο και μία η αρχή. Το φως που περνάει μέσα από το γυαλί και γίνονται ένα, όπως πάντα είναι Ένα.

Μια φωνή μου έλεγε να βγω από εκεί μέσα. Θα μπορούσα να κοιτάζω τις φουσκάλες να μου μιλάνε για ώρα, όπως σαν παιδί χάζευα τις σαπουνόφουσκες να γεννιούνται και να σκάνε και να υπάρχουν, η μία πίσω από την άλλη, στο ίδιο καζάνι με μένα. Αλλά πλέον ήμουν βέβαιη ότι το ρύζι μού είχε κολλήσει. Οι ίδιες οι φουσκάλες βγαίνανε πιο μικρές και νευρικές, σαν να μην υπήρχε τόσος χώρος πια. Θα το διόρθωνα και, ίσως το ρυζόγαλο να μην έβγαινε τέλειο, αλλά στο κεφάλι μου, το ρυζόγαλο αυτό ήταν ήδη το αγαπημένο μου. Το καλύτερο που είχα φάει. Κι ας μην έφαγα τελικά πολύ. Παραέγινε σφιχτό. Καθόλου όμως δεν χαλάστηκα. Είχα βρεθεί εκεί που ήθελα. Είχα γίνει το σπίτι.

Αφού συνειδητοποίησα ότι πρώτη φορά διασκέδασα τόσο πολύ μαγειρεύοντας, είπα στον εαυτό μου: «Και αν στην κατσαρόλα ήταν γίδα βραστή; Που τη σιχαίνεσαι; Που σιχαίνεσαι το σπίτι που την μαγειρεύει;». Η απάντηση είναι ότι, εννοείται δεν θα ήμουν εγώ εκείνη που θα αποφάσιζε ή θα αναλάμβανε να μαγειρέψει τη γίδα, αλλά θα ήμουν εκείνη που θα ανακάτευε την κουτάλα της ζωής και θα μαγείρευε την τροφή της ψυχής. Και το χιούμορ είναι ένα συστατικό απαραίτητο. Για κάθε σπιτικό ρυζόγαλο, σε κάθε ρυζογαλίσιο σπίτι.

Μπορεί να παραφιλοσόφησα. Μια στο τόσο κι εγώ τελευταία μοιράζομαι αυτήν την οπτική μου, γιατί γνωρίζω πως είναι διάσημη και πολύ πειστική προς τον εαυτό μας η δικαιολογία της έλλειψης χρόνου, που ξαφνικά ξεχνιέται μέσα σε εκείνο το δίωρο σκρολάρισμα στα σόσιαλς, για να χαλαρώσουμε πριν κοιμηθούμε. Όμως, αφού πήρα την απόφαση να βουτήξω στο ρυζόγαλο, ήξερα ότι θα βουτούσα βαθιά. Δεν ήξερα πόσο βαθιά. Ίσως υπάρχει κι άλλο. Ή αλλιώς. Μπορώ να το φανταστώ, αλλά μου βγαίνει πάλι χιουμοριστικά, παιχνιδιάρικα και με μια παράλληλη ανάλαφρη, ερωτική διάθεση.

Με τρομάζουν οι μισοδουλειές. Με τρομάζει να νιώθω ότι τρομάζω. Ότι δεν αφήνομαι. Να είμαι εγώ. Ότι ακόμα και στα όνειρά μου, δεν είμαι ελεύθερη να ανοίξω εκείνην την πόρτα, να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, να εξερευνήσω τον εαυτό μου, επειδή ακούω τον φόβο και τη βιασύνη κάποιου άλλου. Οι φούσκες θα σκάσουν, ό,τι και να κάνουμε, όπως έρχονται θα φεύγουν. Κάθε τους στάδιο είναι μοναδικό και εντυπωσιακό. Κάθε τους στάδιο είναι μια πύλη. Κι εμείς κινούμαστε μεταξύ των πυλών, βρισκόμαστε εδώ κι εκεί, το εδώ και το εκεί έρχονται κοντά, ώσπου ανακαλύπτουμε ότι η Πύλη είμαστε εμείς.

Τόσες λέξεις διαφορετικές, τόσες έννοιες, για να περιγράψουν το ίδιο πράγμα. Εμάς.

Ειρήνη

 

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Δημήτρη Κυριάκη. Μόλις την είδα, ήξερα ότι θα ταίριαζε απόλυτα σε εκείνο που είχα να πω εδώ. Γιατί είναι το ίδιο. Και με βοήθησε να επιστρέφω σε εκείνη, την αρχική παρατήρηση. Πύλες, παντού.

Σε ευχαριστώ και εδώ, για την καθηλωτική, νοσταλγική ματιά σου και την παραχώρηση που μου έκανες. 

 

Κάτοχος Integrated Master του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας, με ειδικότητα τη δημιουργία ταινιών μικρού μήκους. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, γλυκάθηκα από το μάθημα του Σεναρίου και ξεκίνησα να γράφω σε ένα blog. Μέσα από τη σχολή, θυμήθηκα κι επιβεβαίωσα ότι γράφοντας συγκινούμαι, διασκεδάζω, πονάω, εκφράζομαι, περνάω καλά, εκτονώνομαι. Η μικρή Ειρήνη το ήξερε πολύ καλά αυτό, αλλά δεν έδωσε ποτέ της σημασία… Τόσο φυσικό και φυσιολογικό τής φαινόταν, που δεν υπήρχε λόγος να το κάνει θέμα.

Σχετικά άρθρα