ΜΠΑΜ και Γεια Χαρά

«Το πήρα απόφαση: θα εστιάσω στον εαυτό μου», είπε μια φορά και έναν καιρό, κάποια από εμάς. Και το είπε με θάρρος, δεν υπήρχε ούτε μία φωνούλα να τη συγκρατεί, όπως τις προηγούμενες φορές, που το ήθελε, αλλά δεν ήταν έτοιμη να εμπιστευτεί τη διαδικασία, τον εαυτό της, τη ζωή. Τζίτζι τη φώναζαν αυτήν τη κάποια στο χωριό και της έμεινε.

«Για να δούμε» συνέχισε, μια φορά και έναν καιρό άλλο από την παραπάνω δήλωσή της, με σκοπό να κάνει την πρώτη της αυτο-αξιολόγηση. «Αυτές τις τελευταίες μέρες, που ασχολούμαι με εμένα, μου δίνω όλον τον χρόνο από αυτόν που μου περισσεύει. Είναι κάτι το πρωτόγνωρο, να μη δίνω ενέργεια σε πράγματα που με αφήνουν μισή και κουρασμένη, που δεν βγάζουν πουθενά. Μου αρέσει που έχω αυτά τα νέα όρια. Δεν γίνεται αλλιώς, πρέπει να συνεχίσω να είμαι κοφτή, πρέπει να με φροντίσω. Δεν συμβιβάζομαι.

»Επιτέλους, πρέπει να ανακαλύψω και να αντιμετωπίσω όλα τα συναισθήματα που απέφευγα, να καθίσω με αυτά, αντί να τα βάζω στην άκρη φέρνοντας νέα, για να περάσω προσωρινά καλά, αντί να τα καλύπτω με κάτι που δεν θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να μου κάνει, γιατί, πολύ απλά, δεν υπήρχε η σωστή βάση. Όπως, όταν πας να βάψεις κάτι, χωρίς πρώτα να έχεις περιποιηθεί, λειάνει και καθαρίσει την επιφάνεια».

«Τζίτζι, σόρρυ, μισό. Εντάξει, αν δεν θες να είμαστε πια μαζί, αν κουράστηκες, αν απλά δεν θες να βρεθούμε, μπορείς απλά να πεις ένα Όχι. Ξέρεις, να σου πω την αλήθεια, φοβάμαι τις κρίσεις ειλικρίνειάς σου, φοβάμαι μήπως ανά πάσα στιγμή ακούσω κάτι που θα με πληγώσει. Μήπως, ξερωγώ, με βαριέσαι, ξενέρωσες, βρήκες άλλον. Ή μήπως όλα αυτά είναι τα ψέματα με τα οποία πας να κρύψεις το τελευταίο, για να μην με πληγώσεις πιο πολύ. Πες μου, αν δεν γουστάρεις, μη με παιδεύεις».

«Στα έχω πει, απέξω-απέξω όλα. Αυτή η ανάγκη μου, δημιουργήθηκε μετά από – τι άλλο; – μια κρίση. Μια μεγάλη κρίση. Μια μακροχρόνια σειρά μικρών κρίσεων, που ποτέ δεν έλαβαν την προσοχή που μου ζητούσαν. Μου λέγανε με μια φωνή: «Εεε, Τζίτζι, αυτό δεν είναι φυσιολογικό να το νιώθεις. Μήπως να σκεφτείς, γιατί είναι έτσι; Μήπως να το συζητήσεις; Μήπως – λέω, μήπως, ε– να κάνεις κάτι;» Μα εγώ τα κοίμιζα όλα, ήταν καλύτερα να κοιμάμαι, όλα φαίνονταν καλά, ίδια, απρόσβλητα, για πάντα. Μέχρι που έγινε το ΜΠΑΜ!

»Φαντάσου από κάποια λάθος κίνηση, να πετιέται μια σπίθα σε μια αποθήκη με κιβώτια γεμάτα ράβδους δυναμίτη. Μπορεί ο δυναμίτης να είναι προστατευμένος, κλεισμένος καλά, σχεδόν ξεχασμένος, αλλά λίγη νιτρογλυκερίνη κάπου να έχει στάξει. Ατύχημα; Αμέλεια; Αδιαφορία; Γκάφα; Ασυνείδητη ανάγκη; Σκάνε όλα, έτσι σκάσανε όλα, απόλυτη καταστροφή, καμία σωτηρία. Η αποθήκη μου άδειασε και από την ίδια την ύπαρξή της.

»Φαντάσου πλέον μόνο μια μεγάλη φωτιά στη θέση της, να μένει να καίει στη μέση του πουθενά, καπνός βαρύς, επικίνδυνος να βγαίνει από την κορυφή της και κομμάτια δυναμίτη, που εκσφενδονίστηκαν εδώ γύρω και παραπέρα, να πυροδοτούνται, ένα-ένα ή πολλά ταυτόχρονα, να ουρλιάζουν σαν σπινθηροβόλα κεριά σε μια τούρτα μιας τρομακτικής μνήμης, να τσιτσιρίζουν σαν μύγες που πιάστηκαν σε ηλεκτρική εντομοπαγίδα, μέχρι το σβήσιμό τους.

»Φαντάσου, τέλος, πως η νιτρογλυκερίνη χρησιμοποιείται και στην ιατρική, ως φάρμακο για την καρδιά: διογκώνει τις φλέβες, ελαττώνει τον πόνο στο στήθος, αυξάνει τους παλμούς της καρδιάς. Μην το φαντάζεσαι απλά, όχι! Συμβαίνει!»

«Τζίτζι…»

«Μέσα σε εκείνη τη μεγάλη κρίση, μπροστά σε εκείνη τη φωτιά και τις αναζωπυρώσεις, το ήξερα ότι ήταν λάθος, έστω και λίγο, να προσποιηθώ ότι ήμουν έτοιμη να προχωρήσω. Το ήξερα ότι ήταν λάθος να βιαστώ. Σίγουρα θα καιγόταν το κάθε τι μου, τα μάτια μου, το κάθε μου κύτταρο και θα ήμουν η αιτία που η φωτιά θα εξαπλωνόταν, θα έκαιγα και άλλους που δεν θα φταίγανε. Εσένα.

»Χρειαζόμουν, προσευχόμουν για ηρεμία, την επιβεβαίωση πως τα πράγματα μπορούν να ξαναφτιάξουν, να έβλεπα πώς τα λάθη μου μετουσιώνονται και με κάνουν πιο πολύτιμη, πιο λαμπερή, να με καθοδηγούν σε ένα μονοπάτι σοφίας. Στη λεπτή γραμμή εκείνη που χωρίζει και ενώνει την τρέλα με τη φώτιση, σαν να είναι δύο ήπειροι και εγώ να περπατώ πάνω στο σύνορό τους, να βρίσκομαι και στις δύο ταυτόχρονα, αλλά να μην υπάρχει κανένας ουσιαστικός διαχωρισμός, καμία ιδέα. Τα χρειαζόμουν όλα αυτά και ήταν πολύ θετικό να υπάρχουν στον ορίζοντά μου, έστω σαν πόθοι, σαν ιδέες. Έστω σαν ελπίδα. Αλλά στη φωτιά που έκαιγε μέσα μου, βιαζόμουν, ήμουν ανυπόμονη, πονούσα πολύ και το χειρότερο, δεν μπορούσα να κάθομαι να βλέπω να καίγονται όσα είχα φτιάξει, όσα ήταν δικά μου. Θυμάσαι πόσες φορές με είχαν πιάσει τα κλάματα μπροστά σε έναν άγνωστο, εσένα τότε;

»Κάθε μέρα η δυσφορία μου μεγάλωνε και να φανταστείς -ξανά, ναι – της έλεγα να σκάσει, αυτό το λίγο που περνούσα καλά, άξιζε, το ήθελα, πού αλλού θα το έβρισκα; Είχα λίγη σημασία, που με έκανε να ξεχνιέμαι, να νιώθω όμορφα. Όταν όμως επέστρεφα σπίτι, μετά το τελευταίο μήνυμά μας ή μόνη στο κρεβάτι, η δυσφορία ήταν εκεί και με περίμενε. Και όσο πιο πολύ την έσπρωχνα μέσα στη μέρα, με την ίδια ορμή έσκαγε πάνω μου όταν βρισκόμουν μόνη με τον εαυτό μου. Τι τρομοκρατία εκείνη μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία. Το δωμάτιό μου έμοιαζε σαν να περνάει κρίση πανικού, είχα κάποια μαγική, αρνητική δύναμη, που έκανα τους τοίχους να δονούνται, να γίνονται ελαστικοί.

«Τζίνα, Τζίτζι μου…»

«Άσε με να τελειώσω, σε παρακαλώ, πόσες φορές δεν μπόρεσα να αρθρώσω λέξη μπροστά σου, όσες συνομιλίες μας έκανα στο κεφάλι μου, διαλύονταν και έμεναν κάτι κουτσουρεμένες προτάσεις, που κι αυτές, άλλοτε με πνιγμό, άλλοτε με στριγκή φωνή σε φτάνανε. Δεν έχω πολλά ακόμα να πω. Μείνε λίγο ακόμα στο ακουστικό.

»Έχανα χρόνο από την ανάπτυξη μου, αγάπη μου. Αγνοούσα ποια είμαι και τι με τραβάει. Δεν προλάβαινα να κάνω αυτά τα οποία συνεχώς και αδιαλείπτως μου παραπονιόνταν ότι τα έχω αμελήσει, ότι έχουν κάτι να μου πουν, ότι κάτι δικό μου έχουν μαζί τους και με περιμένει. Οι μέρες, οι μήνες περνούσαν κι εγώ ήμουν κολλημένη σε ένα σημείο, από τον φόβο μου, την αγωνία μου, ότι δεν είμαι αρκετή, ότι δεν είμαι επιθυμητή από τους άλλους.

»Πώς θα μπορούσα να είμαι μόνη, εγώ, που πάντα αναζητούσα την πλήρωση μέσα από κάποιον ερωτικό δεσμό; Που δεν θυμόμουν πώς να κάνω μόνη μου τον εαυτό μου να νιώσει όμορφα; Μέχρι που κατάλαβα, ότι ήδη το έκανα, ήρθε φυσικά, από μόνο του, έτσι που οι καταστάσεις μάς κρατούσαν σε απόσταση. Και μόλις το είδα, πίστεψα. Ήθελα κι άλλο… Τώρα που πια ήμουν μόνη και από το κινητό μου δεν περίμενα τίποτα, ούτε κανείς από μένα, το ξεχνούσα για ώρες μόνο του.

»Μέχρι που χτύπησε. Ήξερα ότι τέτοια ώρα δεν θα ήσουν εσύ, άλλωστε είσαι και περίεργος στο τηλέφωνο και το ξέρεις. Τέλος πάντων. Το σήκωσα. Ήταν ο Νίκος, ένας Νίκος που συναντώ εδώ κι εκεί, τόσο αραιά που μέχρι την επόμενη φορά που τον πετυχαίνω, νομίζω ότι έχει εξαφανιστεί. Κάτι ήθελε να με ρωτήσει. Του είπα, δεν ήξερα, θα το κοιτούσα όμως. Φαινόταν ήταν κάτι αρκετά σημαντικό. Δεν μου το έδειξε με επιμονή, να μην με πιέσει, παρόλο που ένιωσα την ανησυχία πίσω από το ενδιαφέρον του και τον σεβασμό του προς εμένα.

»Έπειτα, μιλήσαμε λίγη ώρα ακόμα, τα νέα μας, όχι ότι είναι κάτι που έχουμε ξανακάνει, προέκυψε. Ίσως απλά του αρέσει η φωνή μου, όσο μου αρέσει η δική του, είναι γλυκιά. Ίσως ήθελε να ξεχαστεί. Εγώ ξεχάστηκα πάντως. Νόμιζα ότι μιλούσα με κάποιον φίλο, που βρισκόμουν καιρό μέσα στη ζωή του. Στο τέλος, αφού με ευχαρίστησε για την κουβέντα, μου είπε ένα Γεια Χαρά.

»Ακόμα πάλλεται αυτό το Γεια Χαρά στα αυτιά μου, αγάπη μου. Ήταν σαν ψίθυρος, σαν ευγενικό αεράκι που φύσηξε και με μάγεψε να το ακολουθήσω, φυλάκισε την καρδιά μου. Το εννοούσε. Εννοούσε να είμαι καλά, εις το επανιδείν, να προσέχω, μου στέλνει μια αγκαλιά, με ευχαριστεί. Δεν το έχω ξανανιώσει αυτό με έναν χαιρετισμό. Με ένα Γεια Χαρά. Είναι τόσο φιλικό, δεν είναι;

Είναι εκείνη η Σονάτα του Μότσαρτ, με λίγες έξτρα νότες γιασεμιού.

Είναι πατουσάκια από γάτες, που σου κάνουν μασάζ.

Είναι να σε σκεπάζουν με την κουβέρτα, ενώ σε έχει πάρει ο ύπνος στον καναπέ.

Είναι μια κούπα ζεστή σοκολάτα.

Είναι ένα φιλί στο μέτωπο.

Είναι κάτι μητρικό.

Είναι κάτι ερωτικό.

Είναι σαν να χαιρετάς τα αστέρια, σε καθαρό ουρανό, στην ερημική παραλία.

Είναι να βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στ’ αστέρια.

Είναι η κοιλάδα μετά το ανέβασμα του βουνού.

Είναι όλα τα λόγια που πάντα είχες μέσα σου να πεις.

»Οι δύο του αυτές λέξεις ήταν φροντίδα. H φροντίδα έχει κάτι ερωτικό. Σε νανουρίζει, σε μεθάει, σε ηρεμεί, σαν να υπάρχεις μέσα με μια ζεστή ελαστική φούσκα, όπου νιώθεις το σώμα σου αγκαλιασμένο, προστατευμένο. Είναι μια αίσθηση άχρονη στο τώρα, που σου μουδιάζει κάθε σκέψη, κίνηση, προσανατολισμό και όλα φερουν τη μυρωδιά της. Μα είναι και μια αίσθηση που τη θυμάσαι και την εντοπίζεις καταγεγραμμένη μέσα σου, στους θησαυρούς των αναμνήσεων σου. Αν θελήσεις, μπορείς να ζωντανέψεις τις άλλες, τις παλιότερες φορές και να νιώσεις τη σάρκα σου να ζωντανεύει κι αυτή και να χαλαρώνει, να αφήνεται, λες και φιλιέται από ζεστά, υγρά, μαλακά, γλύκα χείλη.

   «Ρε, Τζ…»

   «Και όσο και να μου αρέσει να είμαι μόνη μου, να το χρειάζομαι, αυτό ακριβώς μου λείπει, αυτό που εσύ μού δίνεις. Δεν μπορώ να φιλήσω τα δικά μου χείλη. Προσπάθησα, στον καθρέφτη, αλλά μάντεψε… Ναι, είναι απλά ένα κρύο τζάμι. Τελευταία, φίλησα και αγκάλιασα πολύ τα χέρια, τα γόνατά μου. Και ένιωσα γαλήνη, αγάπη, χαρά, θαλπωρή. Γνώρισα τη μυρωδιά του σώματός μου, των μαλλιών μου, την ανάσα μου. Και ακόμα μαθαίνω. Είναι τόσα πολλά. Τόσα που έπρεπε να πράττω από μικρή. Αλλά, ξέρω. Το πιο βαθύ άγγιγμα στην ψυχή μου, μου το δίνουν τα δικά σου χέρια και χείλη. Εκεί που νομίζω ότι είμαι μόνη και κρυώνω, εκεί που χάνομαι, που πάντα θα χάνομαι, εσύ με φέρνεις εδώ, στην ομορφιά. Εσύ που με λες Τζίτζι σου, παίζοντας με μια τούφα των μαλλιών μου και ποτέ δεν σου έδειξα τι αυτό μου προκαλεί. Εσύ κρατάς την τούφα μου και εγώ αιωρούμαι, σαν μπαλόνι, που δεν του φτάνει η ύπαρξη».

   «Τζίτζι μου…»

   «Ναι, αλλά δεν λες και κάτι άλλο. Όλο “Τζίτζι μου” και “Τζίτζι μου”, λες και δεν έχεις κάτι άλλο να πεις, μισή ώρα στο τηλέφωνο. Νιώθω χαζή, σε κούρασα».

   «Τζίτζι;»

   «Ναι».

   «Σε μυρίζω. Γεια Χαρά».

   Τίποτα δεν είναι για πάντα, σκέφτεται η Τζίτζι. Μπορεί να δει τον λόγο πίσω από αυτό. Και δεν είναι άλλος από την ίδια τη ζωή, που προχωράει, μας κρατά στη μήτρα της, να μάθουμε να ζούμε. Να φροντίζουμε τον εαυτό μας, τους άλλους, να είμαστε ευγενικοί και να παίρνουμε δύναμη από τις επιλογές μας. Να λέμε την αλήθεια μας, να είμαστε άνθρωποι.

Ειρήνη

Κάτοχος Integrated Master του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας, με ειδικότητα τη δημιουργία ταινιών μικρού μήκους. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, γλυκάθηκα από το μάθημα του Σεναρίου και ξεκίνησα να γράφω σε ένα blog. Μέσα από τη σχολή, θυμήθηκα κι επιβεβαίωσα ότι γράφοντας συγκινούμαι, διασκεδάζω, πονάω, εκφράζομαι, περνάω καλά, εκτονώνομαι. Η μικρή Ειρήνη το ήξερε πολύ καλά αυτό, αλλά δεν έδωσε ποτέ της σημασία… Τόσο φυσικό και φυσιολογικό τής φαινόταν, που δεν υπήρχε λόγος να το κάνει θέμα

Σχετικά άρθρα