Μία Τρίτη, μία Πρώτη

Δέκα παρά. Χελιδόνια πετάνε πάνω από το κεφάλι μου. Τα ακούω, αλλά είμαι σκυμμένη πάνω από το σημειωματάριό μου. Θέλω να καθίσω λίγο με τις στιγμές μου. Να τις αφουγκραστώ και κάπως, να τις διατηρήσω στη μνήμη μου. Να σημειώσω για αυτές, απόδειξη ότι υπήρχαν, ότι υπάρχουν, ότι τις ζω, ότι περνάνε, ότι πολλές χάνονται, σαν να μην υπήρξαν ποτέ για μένα. Να διαβάσω για αυτές το βράδυ και να κλείσω τα μάτια μου ικανοποιημένη, χορτασμένη.
«Τσι-τσι-τσι-τσι-τσουρτσιιιι», κάνουν τα χελιδόνια και σαν με την ακοή μου να βλέπω τα φτερά τους, πώς χτυπάνε τον αέρα, η φωνή τους είναι τα φτερά τους, η δύναμή τους. Όταν αποφασίζουν το τελευταίο «τσι», δεν ακούγονται οι φωνές, και τα νιώθω σαν να σταματάνε να κουνάνε τα φτερά τους, να απολαμβάνουν για λίγο τη βαρύτητα. Νιώθω μαζί τους, σαν να βυθίζομαι σε μια παύση, μια χαλάρωση, μια άπνοια, όπως εκείνο το δευτερόλεπτο που συνειδητοποιείς ότι αφέθηκες τόσο, που αν δεν το συνειδητοποιούσες, θα σήμαινε ότι είχες ήδη μπει στον ύπνο.
Στις πολύ μικρές αυτές παύσεις των χελιδονιών, ακούω άλλες φωνές· μια παρέα αντρών, ταξιτζήδες, μιλάνε για μια ταμπέλα σε κάποιον δρόμο, μια βίλα, δεν με ενδιαφέρει και τόσο. Πιο πολύ με ενδιαφέρει η υφή της φωνής τους, ο τόνος, κάθε παιχνίδισμα. Ο ένας από τους τρεις τους, θα έλεγα αυτός που είναι στη μέση και μιλάει περισσότερο, μιας που αυτός έθεσε τη συζήτηση, έχει την πιο ηχηρή φωνή, την πιο χωριάτικη προφορά. Αυτός έχει πλάκα. Εγώ έχω περιέργεια. Πώς να μοιάζουν. Σε τι πρόσωπα αντιστοιχούν οι τρεις φωνές. Σηκώνω το κεφάλι μου για να τους κοιτάξω, ξέρω ότι είναι ακριβώς απέναντί μου. Ο μεσαίος, κάθεται σε ένα παγκάκι, σαν να είναι δικό του έχει ανοίξει τα πόδια του, είναι ο πιο νέος και γεροδεμένος. Οι άλλοι δύο έχουν μπυροκοιλιά και φαλάκρα. Σταμάτησαν να μιλάνε, δεν κατάλαβα (για) πότε. Κοίταξαν για λίγο προς το μέρος μου, τώρα κοιτάζονται μεταξύ τους. Κάνω κι εγώ ότι κοιτάζω κάπου δεξιά.
Μυρίζει φρεσκοκομμένο γρασίδι. Οι εργάτες του δήμου αυτές τις μέρες έχουν πάρει μπρος. Μόλις τρεις Τρίτες πριν τη Μεγάλη Τρίτη. Ετοιμαζόμαστε για Μεγάλη Εβδομάδα, για καλοκαίρι. Βλέπω ο νέος δήμαρχος κάτι κάνει, θέλω περισσότερα, όλοι μας χρειαζόμαστε, αλλά δεν είναι τώρα αυτό το οποίο θέλω να με απασχολήσει. Αρκετά κάθισα σε αυτό το παγκάκι. Είναι και άλλα να δω.
Πιο πριν, είχα πετύχει μια πασχαλιά… Όχι, γλυσίνα. Γλυσίνα. Από συνήθεια συνεχίζω αυτό το λάθος, αλλά τώρα που ξέρω – μου είχε πει η μητέρα μου και το επιβεβαίωσα στο Google – δεν έχω λόγο να το επαναλαμβάνω. Η γλυσίνα μοιάζει πολύ με πασχαλιά, ανθίζουν επίσης την ίδια εποχή. Πιο κάτω ξέρω ότι έχει άλλη μια, που έχει σκαρφαλώσει στα κάγκελα ενός σχολείου. Την πετυχαίνω συχνά. Παρόλο που περνάω καθημερινά από τον ίδιο δρόμο και εκείνη είναι εκεί, την πετυχαίνω όχι πάντα. Σήμερα, θέλω να την πετύχω και να με πετύχει. Θέλω να περάσω από κάτω της. Χμ, αυτό είναι σχεδόν ερωτικό. Ή καθόλου “σχεδόν”.
Φτάνω στο σχολείο. Τέτοια ώρα, τα παιδιά έχουν μάθημα. Κάποια τάξη είναι έξω – η έκτη σίγουρα, έχει γυμναστική. Βλέπω μια ομάδα κοριτσιών. Είναι τόσο ψηλές όλες τους! Η δική μου γενιά στην ηλικία τους, θα μοιάζαμε μία-δύο τάξεις μικρότερες. Δύο-τρία αγόρια που ήρθαν από πιο μέσα, ήταν πιο κοντά και παχουλά. Τρέχανε με τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά τους και φαινόταν η χαρά να ανεβοκατεβαίνει από τα προγούλια στις βαριές, αδιαπέραστες γάμπες τους. Πρώτα, μου έρχεται η μυρωδιά της.
Να τη, η γλυσίνα. Είναι ψηλή. Και πώς έχουν απλωθεί τα κλαδιά της – «πού θα φτάσεις, ομορφιά μου;» – θέλει να ταξιδέψει, να δει πράγματα κι αυτή. Και πώς έχουν τυλιχτεί στα κάγκελα τα κλαδιά της, θέλει να δημιουργήσει δεσμούς, πώς αλλιώς θα μεγαλώσει. Περνάω από κάτω της· άνθη της που μαλάκωσαν και έγιναν πολύ ευαίσθητα, έχουν φτιάξει ένα μονοπάτι, λες και είναι για μένα, για να το περπατήσω, μαλακωμένη κι εγώ, ανάλαφρη. Πού θα με βγάλει; Μπροστά στα μάτια μου, πέταλα αποχωρίζονται τα υπόλοιπα, γλιστράνε, χορεύουν μια σιωπηλή, γνωστή μελωδία, μέχρι να φτάσουν κι αυτά στο έδαφος. Κάποια δεν προλαβαίνουν, πιάνονται στα μαλλιά μου. Αυτό ήθελα εξ αρχής. Ορίστε, να πού με βγάζει το μονοπάτι. Θα καθίσω στο πεζούλι, να δω, τι σκέψεις θα μου φέρει αυτό το έργο τέχνης.
Πώς κρέμονται οι φούντες της, χρώματα άσπρο, μπλε, μωβ σε κάθε μικρό πεταλάκι της. Μοιάζουν οι φούντες της σαν να θέλουν, σαν να μπορούν να στάξουν μέλι, σαν να περιμένουν κάποια χείλη να στηθούν από κάτω. Εκατοντάδες στόματα, να γευτούν τον παράδεισο. Άνθρωποι ονειρεύονται, αυτή απλά υπάρχει. Όπως είναι ο ήλιος τώρα, η σκιά των στολιδιών της, πέφτει πάνω στη μάντρα του σχολείου, που πιο πολύ μοιάζει φτιαγμένη από πρασινάδα, παρά από πέτρα. Σαν να αποκτάει, καιρό τώρα, την ανοιξιάτική της γούνα, μπαλώματα φρεσκάδας, που ξετρυπώνουν ανάμεσα από τις πέτρες ή δημιουργούνται επάνω στις πέτρες. Αυτό, το δεύτερο… Μακάρι να γεμίσει όλη, από αυτό το… το… Πρέπει να έχει κάποια ονομασία. Τι είναι; Να ξέρει αυτή η σαύρα; Η μυρωδιά όμως της γλυσίνας… Αν κάνω μπάνιο στα άνθη της, πάλι δεν θα μυρίζω όπως αυτή. Δεν είμαι αυτή.
Ούτε ένα σύννεφο. Ο ουρανός είναι καταγάλανος. Αυτή η στιγμή δεν θα ξαναέρθει. Τα χελιδόνια δεν θα είναι τα ίδια. Δεν θα κάνουν τις ίδιες πορείες. Αυτό το μηχανάκι δεν θα ξαναπεράσει από μπροστά μου εδώ. Δεν θα ξαναείναι αυτή η Τρίτη κι ας φορέσω αύριο τα ίδια ρούχα. Σε ένα λεπτό από τώρα, το στιγμιότυπο θα είναι διαφορετικό. Εγώ δεν θα είμαι η ίδια. Σιωπή. Ανασαίνω. Μα θα είμαι. Ίδια. Αυτό είμαι. Αυτό εδώ. Μόνο το παρελθόν μου θα είναι πιο μεγάλο. Αυτή η στιγμή δεν θα ξαναέρθει.
Ο ήλιος θερμαίνει το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Ίσως με θεραπεύσει. Είμαι πολύ σφιγμένη. Έχω ένα σφίξιμο ανάμεσα στα φρύδια, που με σημαδεύει. Είναι κληρονομικό, είναι αναπόφευκτο, είναι ανθρώπινο. Έχω και ένα άλλο σφίξιμο. Στην καρδιά. Μα το σφίξιμο, το οποίο ήταν η αφορμή να αναφερθώ και στα άλλα δύο που με απασχολούν κυρίως, είναι αυτό στον αυχένα μου, που έχει μαγκώσει. Εκεί που νιώθω τον ήλιο. Το σφίξιμο αυτό, με κάνει να ζαλίζομαι στο κρεβάτι μου, σαν ίλιγγος, σαν ρουφήχτρα με τραβάει. Τρομάζω, όμως ως τώρα δεν έχω χάσει το κέντρο μου. Ίσως ο ήλιος με βοηθήσει να κοιμηθώ καλύτερα, ίσως πάλι μου φέρει υπνηλία από τώρα. Δεν πειράζει. Μα θα σηκωθώ. Έχω κι άλλα να δω.
Μια κοπέλα σε ένα καφέ, δουλεύει από το λάπτοπ της. Τι να κάνει άραγε; Ελπίζω κάτι λιγότερο βαρετό από ανάλυση δεδομένων. Αυτή η δουλειά με κάνει σαν ζόμπι. Τα στενά μυρίζουν από τους φούρνους. Σφολιάτες, κουλουράκια, τσουρέκια, βούτυρο. Ώπα. Είδα κάτι μάτια να ξεπροβάλουν από μια πόρτα. Νόμιζα ήταν κάποια γνωστή μου. Ξανακοιτάζω, καλύτερα. Η Λίλη, η γάτα μου με το αιχμηρό βλέμμα, το κάποιες φορές ξινό. Δεν είναι αυτή, φυσικά. Αλλά, την είδα ξανά. Τη χαιρέτησα. Τη θυμάμαι. Και τι που δεν υπάρχει πια γύρω μας;
Μπορεί να είμαι χαλαρή και να θέλω κι άλλο, πραγματικά χρειαζόμουν αυτό το διάλειμμα, μα ξεπερνάω το όριο. Πρέπει να επιστρέψω. Έχω αυτόν τον χρονικό περιορισμό, στη δουλειά περιμένουν τα αποτελέσματά μου ως το βράδυ. Επιστρέφω. Εδώ και ώρα. Αυτό κάνω. Πιο σύντομα πρέπει. Έχει σκιά πολλή ο δρόμος της επιστροφής. Δεν μου αρέσει.
«Έλα, ρε μαν», κάποιος εργάτης είπε σε έναν συνάδελφο του. Κάτι φτιάχνουν, σανίδες ακούω. Ακούω τα βήματα μου στα χαλίκια. Νερό τρέχει σε κάποιον σωλήνα στο κτήριο που προσπερνάω. Αν απομονώναμε από την πόλη τους ήχους από τους σωλήνες, πώς θα έμοιαζε άραγε αυτή η μουσική; Είχα ώρα να συναντήσω σκουπίδια κάτω. Σίγουρα τα άφησαν παιδιά. Συνηθίζουν να έρχονται εδώ γύρω, να κρύβονται και να συνωμοτούν. Παίρνουν σοκολάτες και πατατάκια και αναψυκτικά από το περίπτερο και φεύγουν, ξεχνώντας ότι μαζί με την απόλαυση αγόρασαν και το περιτύλιγμα. Ή αδιαφορώντας. Καμιά μέρα, θα τα βάλω να τα φάνε και αυτά.
Έφτασα στο σπίτι. Πηγαίνω στην άκρη, στη γωνία, εκεί που για λίγο ακόμα μπορώ να πιάσω τον ήλιο, πριν πάει παρακάτω. Κλείνω τα μάτια. Ο γείτονας παίζει πιάνο ή είμαι στο όνειρό μου; Αυτά τα σκυλιά ποτέ δεν με συμπάθησαν. Φρόντισα βέβαια για αυτό από την πρώτη στιγμή. Νομίζουν ότι επειδή από εκεί ψηλά που μένουν με βλέπουν μικρή, ότι έτσι είναι η πραγματικότητα. Τους λέω με το βλέμμα μου ότι είναι βλαμμένα.

Πόσες στιγμές έχω χάσει. Πόσο εύκολο μού ήταν όλο αυτό. Να αποδείξω στον εαυτό μου ότι αυτές οι παραπάνω, όντως υπήρξαν και με περιμένουν άλλες τόσες. Αργότερα, αύριο. Τώρα που κλείνω εδώ και μπαίνω στο σπίτι. Μέχρι να πατήσω κάποιο πλήκτρο στον υπολογιστή μου και να μπω στον κόσμο τους, τον σκοτεινό. Για λίγο.

Κάτοχος Integrated Master του τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας, με ειδικότητα τη δημιουργία ταινιών μικρού μήκους. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, γλυκάθηκα από το μάθημα του Σεναρίου και ξεκίνησα να γράφω σε ένα blog. Μέσα από τη σχολή, θυμήθηκα κι επιβεβαίωσα ότι γράφοντας συγκινούμαι, διασκεδάζω, πονάω, εκφράζομαι, περνάω καλά, εκτονώνομαι. Η μικρή Ειρήνη το ήξερε πολύ καλά αυτό, αλλά δεν έδωσε ποτέ της σημασία… Τόσο φυσικό και φυσιολογικό τής φαινόταν, που δεν υπήρχε λόγος να το κάνει θέμα.

Σχετικά άρθρα