Κορακάδες: το χωριό των πειρατών στη νότια Κέρκυρα

Αρκετά ψηλότερα από τη θάλασσα, μα συνάμα και τόσο κοντά σε αυτήν, εκεί που κάποτε έβρισκαν καταφύγιο μόνο τα κοράκια χτίζοντας τις φωλιές τους, εκεί αποφάσισαν να χτίσουν και τα σπίτια τους Σαρακηνοί πειρατές που κουρασμένοι πια από την κουρσάρικη ζωή, ασχολήθηκαν πλέον με την αλιεία αλλά και με την καλλιέργεια της εύφορης κερκυραϊκής γης.

Κάπως έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε το χωριό Κορακάδες στη νότια Κέρκυρα. Όπως όμως και αν έχει η αλήθεια, η επιλογή να χτιστεί ένας οικισμός (το πότε, χάνεται στα βάθη του χρόνου) στην κορυφή αυτού του παραθαλάσσιου λόφου, προσέφερε στους κατοίκους του ασφάλεια, καθώς διέθετε καλή ορατότητα προς κάθε απειλή που μπορούσε να εμφανιστεί από τη θάλασσα αλλά ταυτόχρονα και δύσκολη πρόσβαση από αυτήν. Επιπλέον, οι δύο μικροί όρμοι του Μπούκαρη και του Πετριτή κάτω από το ύψωμα που χτίστηκε ο οικισμός, ήταν ιδανικοί για να δένουν οι κάτοικοι των Κορακάδων τα πλοιάρια που χρησιμοποιούσαν για το ψάρεμα.

Καθώς τα χρόνια και οι αιώνες περνούσαν, η ζωή στους Κορακάδες κυλούσε με ήσυχους ρυθμούς, με τον πληθυσμό και τα σπίτια του χωριού, αργά αλλά σταθερά, να αυξάνονται. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, το χωριό έφθασε να αριθμεί κοντά 450 κατοίκους, ενώ λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο οι κάτοικοί του πλησίαζαν τους 600. Στη δεκαετία του 1970 όμως, οι σοβαρές κατολισθήσεις που έγιναν στο ύψωμα που είναι χτισμένοι οι Κορακάδες, ανάγκασαν τους κατοίκους του να το εγκαταλείψουν, και να αναζητήσουν έναν ασφαλέστερο τόπο διαμονής. Η λύση βρέθηκε με τη μεταφορά του οικισμού στην παραθαλάσσια περιοχή του σημερινού οικισμού Πετριτή.

Σήμερα πλέον, περιδιαβαίνοντας τις γειτονιές των Κορακάδων, αντικρίζεις τα σημάδια του παρελθόντος, τα παλιά σπίτια που έχουν εγκαταλειφθεί, ερειπωμένα αλλά συνάμα και τόσο ζωντανά μέσα στην καταπράσινη κερκυραϊκή ύπαιθρο, να στέκονται και να περιμένουν. Μαζί με τα σπίτια που κατοικήθηκαν ξανά, αποτελούν τη συνέχεια της ιστορίας του χωριού· κάτι γεννιέται, κάτι πεθαίνει, κάτι αναγεννιέται μέσα από την καταστροφή, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε τόπο που παραμένει ζωντανός.

Κείμενο & φωτογραφίες: Αλέξανδρος Αηδονίδης

Σχετικά άρθρα